Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie before
01
βρίσκονται μπροστά, υπάρχουν στο μέλλον
to exist or occur in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
before
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie before
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies before
ενεστώτα μετοχή
lying before
απλός αόριστος
lay before
παθητική μετοχή
lain before
Παραδείγματα
Despite the uncertainty of the future, there was a sense of optimism about what lay before them.
Παρά την αβεβαιότητα του μέλλοντος, υπήρχε μια αίσθηση αισιοδοξίας για ό,τι βρισκόταν μπροστά τους.
to lie before somebody
01
to surrender oneself to the mercy or control of another
idiom
Παραδείγματα
The defeated warrior lay before the conqueror, begging for mercy.



























