Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie before
01
βρίσκονται μπροστά, υπάρχουν στο μέλλον
to exist or occur in the future
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
before
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie before
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies before
ενεστώτα μετοχή
lying before
απλός αόριστος
lay before
παθητική μετοχή
lain before
Παραδείγματα
A lifetime of opportunities lay before the young graduate, filled with the promise of new experiences and personal growth.
Μια ζωή ευκαιριών βρίσκεται μπροστά από τον νέο πτυχιούχο, γεμάτη με την υπόσχεση νέων εμπειριών και προσωπικής ανάπτυξης.
to lie before somebody
01
to surrender oneself to the mercy or control of another
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
After the defeat, the rebels lay before the king and begged for mercy.



























