do for
do
du:
ντου
for
fɔ:r
φωρ
/dˈuː fɔː/

Ορισμός και σημασία του "do for"στα αγγλικά

to do for
[phrase form: do]
01

αρκώ, ταιριάζω

to be sufficient, satisfactory, or suitable for a particular purpose
to do for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do for
γ΄ ενικό πρόσωπο
does for
ενεστώτα μετοχή
doing for
απλός αόριστος
did for
παθητική μετοχή
done for
Παραδείγματα
A brief summary will do for the meeting; we do n't need to go into all the details.
Μια σύντομη περίληψη θα είναι αρκετή για τη συνάντηση· δεν χρειάζεται να μπούμε σε όλες τις λεπτομέρειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store