Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do for
01
αρκώ, ταιριάζω
to be sufficient, satisfactory, or suitable for a particular purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do for
γ΄ ενικό πρόσωπο
does for
ενεστώτα μετοχή
doing for
απλός αόριστος
did for
παθητική μετοχή
done for
Παραδείγματα
A simple sandwich will do for lunch; I don't need anything elaborate.
Ένα απλό σάντουιτς θα κάνει για μεσημεριανό· δεν χρειάζομαι τίποτα περίπλοκο.



























