to cry off
cry
kraɪ
krai
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "cry off"στα αγγλικά

to cry off
01

αποσύρομαι την τελευταία στιγμή, ακυρώνω μια δέσμευση

to cancel a commitment or obligation, often at the last minute, by providing an excuse 
to cry off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
cry
ενεστώτας
cry off
γ΄ ενικό πρόσωπο
cries off
ενεστώτα μετοχή
crying off
απλός αόριστος
cried off
παθητική μετοχή
cried off
Παραδείγματα
Despite promising to attend the party, she had to cry off due to a sudden work emergency. 

Παρά την υπόσχεσή της να παρευρεθεί στο πάρτι, έπρεπε να αποσυρθεί λόγω μιας ξαφνικής επείγουσας εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store