Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to book in
01
κάνω κράτηση, εγγράφω
to secure a place to stay, typically in a hotel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
book
ενεστώτας
book in
γ΄ ενικό πρόσωπο
books in
ενεστώτα μετοχή
booking in
απλός αόριστος
booked in
παθητική μετοχή
booked in
Παραδείγματα
She booked herself in under a different name for privacy.
Κράτησε δωμάτιο για τον εαυτό της με διαφορετικό όνομα για λόγους ιδιωτικότητας.
02
κάνω κράτηση, καθιστώ ραντεβού
to reserve a spot or appointment for a specific time
Παραδείγματα
They booked in the dentist appointment for next month.
Κλείσανε ραντεβού με τον οδοντίατρο για τον επόμενο μήνα.



























