Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to book in
[phrase form: book]
01
κάνω κράτηση, εγγράφω
to secure a place to stay, typically in a hotel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
book
ενεστώτας
book in
γ΄ ενικό πρόσωπο
books in
ενεστώτα μετοχή
booking in
απλός αόριστος
booked in
παθητική μετοχή
booked in
Παραδείγματα
They booked in online to save time at the hotel.
Έκαναν check in online για να εξοικονομήσουν χρόνο στο ξενοδοχείο.
02
κάνω κράτηση, καθιστώ ραντεβού
to reserve a spot or appointment for a specific time
Παραδείγματα
They want to book the conference room in for their meeting.
Θέλουν να κρατήσουν την αίθουσα συνεδρίων για τη συνάντησή τους.



























