Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to boil up
01
βράζω, επιδεινώνομαι
(of a situation or feeling) to start to get out of control and reach a more dangerous state
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
boil
ενεστώτας
boil up
γ΄ ενικό πρόσωπο
boils up
ενεστώτα μετοχή
boiling up
απλός αόριστος
boiled up
παθητική μετοχή
boiled up
Παραδείγματα
Don't let small disagreements boil up into major conflicts.
Μην αφήνετε τις μικρές διαφωνίες να εξελιχθούν σε μεγάλες συγκρούσεις.
02
βράζω, φέρνω σε βρασμό
to apply heat until food or a liquid starts to boil or cook
Παραδείγματα
I'll boil the eggs up for the salad.
Θα βράσω τα αυγά για τη σαλάτα.



























