Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spring back
01
ανακάμπτω πλήρως, αναπηδώ
to fully recover from an illness or injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
spring
ενεστώτας
spring back
γ΄ ενικό πρόσωπο
springs back
ενεστώτα μετοχή
springing back
απλός αόριστος
sprang back
παθητική μετοχή
sprung back
Παραδείγματα
He recovered remarkably fast and sprang back from his injuries.
Ανέκαμψε αξιοσημείωτα γρήγορα και αναπήδησε από τους τραυματισμούς του.



























