to take out in
take
teɪk
teik
out
aʊt
awt
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "take out in"στα αγγλικά

to take out in
01

λαμβάνω σε μορφή, εισπράττω σε μορφή

to receive something as a form of payment 
to take out in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out in
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take out
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes out
ενεστώτα μετοχή
taking out
απλός αόριστος
took out
παθητική μετοχή
taken out
Παραδείγματα
The restaurant takes tips out in cash only. 

Το εστιατόριο δέχεται φιλοδωρήματα μόνο σε μετρητά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store