Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take out in
[phrase form: take]
01
λαμβάνω σε μορφή, εισπράττω σε μορφή
to receive something as a form of payment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out in
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take out
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes out
ενεστώτα μετοχή
taking out
απλός αόριστος
took out
παθητική μετοχή
taken out
Παραδείγματα
We usually take out the rent in electronic transfers.
Συνήθως λαμβάνουμε το ενοίκιο σε ηλεκτρονικές μεταφορές.



























