Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run up on
01
αντιμετωπίζω αιφνιδιαστικά και επιθετικά, επιτίθεμαι ξαφνικά
to unexpectedly and aggressively confront someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs up on
ενεστώτα μετοχή
running up on
απλός αόριστος
ran up on
παθητική μετοχή
run up on
Παραδείγματα
He ran up on his rival at the party and started a heated argument.
Έπεσε πάνω στον αντίπαλό του στο πάρτι και ξεκίνησε μια ζωηρή συζήτηση.



























