Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run up on
[phrase form: run]
01
αντιμετωπίζω αιφνιδιαστικά και επιθετικά, επιτίθεμαι ξαφνικά
to unexpectedly and aggressively confront someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs up on
ενεστώτα μετοχή
running up on
απλός αόριστος
ran up on
παθητική μετοχή
run up on
Παραδείγματα
The rival gang members ran up on each other in a tense neighborhood confrontation.
Τα μέλη των αντιμαχόμενων συμμοριών επιτέθηκαν ξαφνικά το ένα στο άλλο σε μια τεταμένη γειτονική αντιπαράθεση.



























