Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run out on
[phrase form: run]
01
εγκαταλείπω, παρατώ
to abandon someone or something unexpectedly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out on
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run out on
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs out on
ενεστώτα μετοχή
running out on
απλός αόριστος
ran out on
παθητική μετοχή
run out on
Παραδείγματα
He deeply regretted running out on his friends when they needed him for their important event.
Λυπήθηκε βαθιά που εγκατέλειψε τους φίλους του όταν τον χρειάζονταν για τη σημαντική τους εκδήλωση.



























