to run out on
run
rʌn
ran
out
aʊt
awt
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "run out on"στα αγγλικά

to run out on
01

εγκαταλείπω, παρατώ

to abandon someone or something unexpectedly 
to run out on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out on
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run out on
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs out on
ενεστώτα μετοχή
running out on
απλός αόριστος
ran out on
παθητική μετοχή
run out on
Παραδείγματα
He ran out on his family when they needed him the most. 

Εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν τον χρειαζόταν περισσότερο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store