to run in
Pronunciation
/ɹˈʌn ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "run in"στα αγγλικά

to run in
[phrase form: run]
01

συλλαμβάνω, κρατώ

to take someone suspected of a crime or violation into custody, typically by law enforcement
to run in definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run in
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs in
ενεστώτα μετοχή
running in
απλός αόριστος
ran in
παθητική μετοχή
run in
Παραδείγματα
The security personnel had to run in the trespasser on the property.
Το προσωπικό ασφαλείας έπρεπε να συλλάβει τον παραβάτη στην ιδιοκτησία.
02

εξοικείωση, χρησιμοποιώ αργά στην αρχή

to use the machinery slowly at the start to make sure it works properly
Παραδείγματα
To ensure the smooth operation of the lawnmower, they were advised to run it in for the first hour of use.
Για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του χορτοκοπτικού μηχανήματος, συμβουλεύτηκαν να το τρέξουν αργά την πρώτη ώρα χρήσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store