Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run in
01
συλλαμβάνω, κρατώ
to take someone suspected of a crime or violation into custody, typically by law enforcement
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run in
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs in
ενεστώτα μετοχή
running in
απλός αόριστος
ran in
παθητική μετοχή
run in
Παραδείγματα
The police had to run in the suspect after a high-speed chase.
Η αστυνομία έπρεπε να συλλάβει τον ύποπτο μετά από μια καταδίωξη υψηλής ταχύτητας.
02
εξοικείωση, χρησιμοποιώ αργά στην αρχή
to use the machinery slowly at the start to make sure it works properly
Παραδείγματα
When he got the new car, the manual advised him to run in the engine for the first 1,000 miles.
Όταν πήρε το καινούριο αυτοκίνητο, το εγχειρίδιο του συμβούλεψε να εξοικειώσει τη μηχανή για τα πρώτα 1.000 μίλια.



























