to put towards
put
pʊt
poot
to
wards
ˈwɔ:dz
vawdz
put toward

Ορισμός και σημασία του "put towards"στα αγγλικά

to put towards
01

κατανέμω, αποδίδω

to set aside or use money for a specific purpose or expense 
to put towards definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
toward
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts towards
ενεστώτα μετοχή
putting towards
απλός αόριστος
put towards
παθητική μετοχή
put towards
Παραδείγματα
I've been saving to put money toward my college tuition. 

Έχω αποταμιεύσει για να καταθέσω χρήματα για τα δίδακτρα του κολεγίου μου.

02

αφιερώνω, χρησιμοποιώ για

to dedicate or use effort, time, or resources for a specific purpose or goal 
Παραδείγματα
She put a lot of effort towards preparing for the exam. 

Αφιέρωσε πολλή προσπάθεια για την προετοιμασία της για τις εξετάσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store