Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put towards
01
κατανέμω, αποδίδω
to set aside or use money for a specific purpose or expense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
toward
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts towards
ενεστώτα μετοχή
putting towards
απλός αόριστος
put towards
παθητική μετοχή
put towards
Παραδείγματα
I've been saving to put money toward my college tuition.
Έχω αποταμιεύσει για να καταθέσω χρήματα για τα δίδακτρα του κολεγίου μου.
02
αφιερώνω, χρησιμοποιώ για
to dedicate or use effort, time, or resources for a specific purpose or goal
Παραδείγματα
She put a lot of effort towards preparing for the exam.
Αφιέρωσε πολλή προσπάθεια για την προετοιμασία της για τις εξετάσεις.



























