Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put towards
[phrase form: put]
01
κατανέμω, αποδίδω
to set aside or use money for a specific purpose or expense
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
toward
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts towards
ενεστώτα μετοχή
putting towards
απλός αόριστος
put towards
παθητική μετοχή
put towards
Παραδείγματα
We need to decide how much of our budget to put toward marketing.
Πρέπει να αποφασίσουμε πόσο από τον προϋπολογισμό μας θα αφιερώσουμε στο μάρκετινγκ.
02
αφιερώνω, χρησιμοποιώ για
to dedicate or use effort, time, or resources for a specific purpose or goal
Παραδείγματα
The organization put its resources towards supporting environmental initiatives.
Ο οργανισμός αφιέρωσε τους πόρους του για την υποστήριξη περιβαλλοντικών πρωτοβουλιών.



























