Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pick through
[phrase form: pick]
01
ψάχνω προσεκτικά, εξετάζω με προσοχή
to carefully search a place in order to find something specific
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
pick
ενεστώτας
pick through
γ΄ ενικό πρόσωπο
picks through
ενεστώτα μετοχή
picking through
απλός αόριστος
picked through
παθητική μετοχή
picked through
Παραδείγματα
Archaeologists pick through ancient sites to uncover artifacts.
Οι αρχαιολόγοι ψάχνουν προσεκτικά αρχαίους τόπους για να ανακαλύψουν αντικείμενα.



























