Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pass down
01
περαιώνω, κληροδοτώ
to transfer something to the next generation or another person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
pass
ενεστώτας
pass down
γ΄ ενικό πρόσωπο
passes down
ενεστώτα μετοχή
passing down
απλός αόριστος
passed down
παθητική μετοχή
passed down
Παραδείγματα
My grandmother passed down this quilt to me, and I plan to pass it down to my daughter.
Η γιαγιά μου μου παρέδωσε αυτό το πάπλωμα και σκοπεύω να το παραδώσω στην κόρη μου.



























