to move forward
move
ˈmu:v
moov
for
fɔ:
faw
ward
wəd
vēd

Ορισμός και σημασία του "move forward"στα αγγλικά

to move forward
01

προχωρώ, προοδεύω

to make progress or advance in a positive direction 
to move forward definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forward
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves forward
ενεστώτα μετοχή
moving forward
απλός αόριστος
moved forward
παθητική μετοχή
moved forward
Παραδείγματα
After resolving the initial challenges, the team is ready to move forward with the project. 

Μετά την επίλυση των αρχικών προκλήσεων, η ομάδα είναι έτοιμη να προχωρήσει με το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store