Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move forward
[phrase form: move]
01
προχωρώ, προοδεύω
to make progress or advance in a positive direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forward
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves forward
ενεστώτα μετοχή
moving forward
απλός αόριστος
moved forward
παθητική μετοχή
moved forward
Παραδείγματα
He has been contemplating how to move forward in his personal development.
Σκεφτόταν πώς να προχωρήσει στην προσωπική του ανάπτυξη.



























