Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move forward
01
προχωρώ, προοδεύω
to make progress or advance in a positive direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forward
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves forward
ενεστώτα μετοχή
moving forward
απλός αόριστος
moved forward
παθητική μετοχή
moved forward
Παραδείγματα
After resolving the initial challenges, the team is ready to move forward with the project.
Μετά την επίλυση των αρχικών προκλήσεων, η ομάδα είναι έτοιμη να προχωρήσει με το έργο.



























