bog
bog
bɑ:g
μπαγκ
/bɒɡ/

Ορισμός και σημασία του "bog"στα αγγλικά

01

βάλτος, έλος

a wet, spongy area of land that is often covered in moss and has poor drainage, making it soft and soggy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bogs
Παραδείγματα
The bog provided a unique habitat for various species of birds.
Ο βάλτος παρείχε ένα μοναδικό habitat για διάφορα είδη πτηνών.
to bog
01

βουλιάζω, επιβραδύνω

cause to slow down or get stuck
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bog
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogs
ενεστώτα μετοχή
bogging
απλός αόριστος
bogged
παθητική μετοχή
bogged
02

κολλώ, παγιδεύομαι

get stuck while doing something

Λεξικό Δέντρο

boggy
bog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store