bog
bog
bɒg
bog
bugbagbegbugg

Ορισμός και σημασία του "bog"στα αγγλικά

01

βάλτος, έλος

a wet, spongy area of land that is often covered in moss and has poor drainage, making it soft and soggy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bogs
Παραδείγματα
The hikers carefully crossed the bog to avoid sinking. 

Οι πεζοπόροι διέσχισαν προσεκτικά τον βάλτο για να αποφύγουν να βυθιστούν.

to bog
01

βουλιάζω, επιβραδύνω

cause to slow down or get stuck 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bog
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogs
ενεστώτα μετοχή
bogging
απλός αόριστος
bogged
παθητική μετοχή
bogged
02

κολλώ, παγιδεύομαι

get stuck while doing something 

Λεξικό Δέντρο

boggy
bog
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store