Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make after
[phrase form: make]
01
κυνηγώ, επιδιώκω
to go after someone or something in order to catch them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make after
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes after
ενεστώτα μετοχή
making after
απλός αόριστος
made after
παθητική μετοχή
made after
Παραδείγματα
The man made after the thief, but he was able to disappear into the crowd.
Ο άντρας κυνήγησε τον κλέφτη, αλλά αυτός κατάφερε να εξαφανιστεί στο πλήθος.



























