make after
make
ˌmeɪk
μεικ
af
æf
αιφ
ter
tər
ταρ
/mˌeɪk ˈaftə/

Ορισμός και σημασία του "make after"στα αγγλικά

to make after
[phrase form: make]
01

κυνηγώ, επιδιώκω

to go after someone or something in order to catch them
to make after definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make after
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes after
ενεστώτα μετοχή
making after
απλός αόριστος
made after
παθητική μετοχή
made after
Παραδείγματα
The man made after the thief, but he was able to disappear into the crowd.
Ο άντρας κυνήγησε τον κλέφτη, αλλά αυτός κατάφερε να εξαφανιστεί στο πλήθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store