to make after
make
ˈmeɪk
meik
af
ɑ:f
aaf
ter

Ορισμός και σημασία του "make after"στα αγγλικά

to make after
01

κυνηγώ, επιδιώκω

to go after someone or something in order to catch them 
to make after definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
after
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make after
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes after
ενεστώτα μετοχή
making after
απλός αόριστος
made after
παθητική μετοχή
made after
Παραδείγματα
I'm going to make after the train. 

Πρόκειται να κυνηγήσω μετά το τρένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store