Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look in on
01
περισσέψω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη
to make a brief stop or visit to someone or somewhere, particularly to check on them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks in on
ενεστώτα μετοχή
looking in on
απλός αόριστος
looked in on
παθητική μετοχή
looked in on
Παραδείγματα
He has been looking in on his sick colleague regularly to offer support and assistance.
Επισκέπτεται τακτικά τον άρρωστο συνάδελφό του για να προσφέρει υποστήριξη και βοήθεια.



























