to look in on
look
lʊk
look
in
ɪn
in
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "look in on"στα αγγλικά

to look in on
01

περισσέψω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη

to make a brief stop or visit to someone or somewhere, particularly to check on them 
to look in on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks in on
ενεστώτα μετοχή
looking in on
απλός αόριστος
looked in on
παθητική μετοχή
looked in on
Παραδείγματα
She is looking in on her friend who is recovering from surgery. 

Αυτή επισκέπτεται τον φίλο της που αναρρώνει από εγχείρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store