to let in on
Pronunciation
/lˈɛt ɪn ˈɑːn/

Ορισμός και σημασία του "let in on"στα αγγλικά

to let in on
[phrase form: let]
01

εμπιστεύομαι ένα μυστικό, μοιράζομαι πληροφορίες

to allow someone to be part of a secret or to share information that was previously unknown to them
to let in on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in on
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets in on
ενεστώτα μετοχή
letting in on
απλός αόριστος
let in on
παθητική μετοχή
let in on
Παραδείγματα
I ca n't believe they let me in on their plans to move to another country!
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με έβαλαν στο κόλπο των σχεδίων τους να μετακομίσουν σε άλλη χώρα!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store