Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to let in on
01
εμπιστεύομαι ένα μυστικό, μοιράζομαι πληροφορίες
to allow someone to be part of a secret or to share information that was previously unknown to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in on
βασικό ρήμα
let
ενεστώτας
let in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
lets in on
ενεστώτα μετοχή
letting in on
απλός αόριστος
let in on
παθητική μετοχή
let in on
Παραδείγματα
Can you let me in on the secret? I promise I won't tell anyone else.
Μπορείς να με ενημερώσεις για το μυστικό; Υπόσχομαι ότι δεν θα το πω σε κανέναν άλλο.



























