Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knock together
01
κατασκευάζω βιαστικά, συναρμολογώ πρόχειρα
to make something quickly and carelessly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
knock
ενεστώτας
knock together
γ΄ ενικό πρόσωπο
knocks together
ενεστώτα μετοχή
knocking together
απλός αόριστος
knocked together
παθητική μετοχή
knocked together
Παραδείγματα
The carpenter is knocking together a new shed for the garden.
Ο ξυλουργός συναρμολογεί μια νέα αποθήκη για τον κήπο.
02
ενώνω, κατεδαφίζω τον τοίχο ανάμεσα σε
to combine two spaces into one by removing the dividing wall
Dialect
British
Παραδείγματα
The couple knocked together the kitchen and dining room to create a more open and spacious space.
Το ζευγάρι ένωσε την κουζίνα και την τραπεζαρία για να δημιουργήσει έναν πιο ανοιχτό και ευρύχωρο χώρο.



























