Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to knock together
[phrase form: knock]
01
κατασκευάζω βιαστικά, συναρμολογώ πρόχειρα
to make something quickly and carelessly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
knock
ενεστώτας
knock together
γ΄ ενικό πρόσωπο
knocks together
ενεστώτα μετοχή
knocking together
απλός αόριστος
knocked together
παθητική μετοχή
knocked together
Παραδείγματα
The construction workers knocked together a temporary shelter for the homeless during the winter freeze.
Οι εργάτες κατασκεύασαν στα γρήγορα ένα προσωρινό καταφύγιο για τους άστεγους κατά τη διάρκεια του χειμερινού κρύου.
02
ενώνω, κατεδαφίζω τον τοίχο ανάμεσα σε
to combine two spaces into one by removing the dividing wall
Dialect
British
Παραδείγματα
The old Victorian house was knocked together with the neighboring townhouse to create a single luxury residence.
Το παλιό βικτοριανό σπίτι ενώθηκε με το διπλανό townhouse για να δημιουργηθεί μια μοναδική πολυτελής κατοικία.



























