Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep across
[phrase form: keep]
01
παραμένω ενημερωμένος, είμαι ενήμερος
to remain well-informed about a particular topic, subject, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep across
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps across
ενεστώτα μετοχή
keeping across
απλός αόριστος
kept across
παθητική μετοχή
kept across
Παραδείγματα
The manager expects the team to keep across the project's progress at all times.
Ο διαχειριστής αναμένει από την ομάδα να παρακολουθεί την πρόοδο του έργου ανά πάσα στιγμή.



























