Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep across
01
παραμένω ενημερωμένος, είμαι ενήμερος
to remain well-informed about a particular topic, subject, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep across
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps across
ενεστώτα μετοχή
keeping across
απλός αόριστος
kept across
παθητική μετοχή
kept across
Παραδείγματα
She likes to keep across scientific research to stay updated on breakthroughs.
Της αρέσει να παρακολουθεί την επιστημονική έρευνα για να παραμένει ενημερωμένη για τις ανακαλύψεις.



























