Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boffo
01
ηχηρός, εντυπωσιακός
resoundingly successful, popular, or impressive
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most boffo
συγκριτικός βαθμός
more boffo
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
success, performance, entertainment



























