Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go towards
01
συνεισφέρω σε, πηγαίνω προς
to give or use something for a particular goal or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes towards
ενεστώτα μετοχή
going towards
απλός αόριστος
went towards
παθητική μετοχή
gone towards
Παραδείγματα
Their hard work went towards making the project a success.
Η σκληρή δουλειά τους συνέβαλε στην επιτυχία του έργου.
02
κατευθύνομαι προς, πηγαίνω προς
to move in the direction of a particular location or destination
Παραδείγματα
They decided to go towards the mountain to explore its trails.
Αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς το βουνό για να εξερευνήσουν τα μονοπάτια του.



























