to go towards
go
gəʊ
gew
to
wards
ˈwɔ:dz
vawdz
go toward

Ορισμός και σημασία του "go towards"στα αγγλικά

to go towards
01

συνεισφέρω σε, πηγαίνω προς

to give or use something for a particular goal or purpose 
to go towards definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes towards
ενεστώτα μετοχή
going towards
απλός αόριστος
went towards
παθητική μετοχή
gone towards
Παραδείγματα
Their hard work went towards making the project a success. 

Η σκληρή δουλειά τους συνέβαλε στην επιτυχία του έργου.

02

κατευθύνομαι προς, πηγαίνω προς

to move in the direction of a particular location or destination 
Παραδείγματα
They decided to go towards the mountain to explore its trails. 

Αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς το βουνό για να εξερευνήσουν τα μονοπάτια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store