Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go towards
[phrase form: go]
01
συνεισφέρω σε, πηγαίνω προς
to give or use something for a particular goal or purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
towards
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go towards
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes towards
ενεστώτα μετοχή
going towards
απλός αόριστος
went towards
παθητική μετοχή
gone towards
Παραδείγματα
A portion of your donation will go towards funding medical research.
Ένα μέρος της δωρεάς σας θα πάει προς τη χρηματοδότηση της ιατρικής έρευνας.
02
κατευθύνομαι προς, πηγαίνω προς
to move in the direction of a particular location or destination
Παραδείγματα
The path will go towards the summit, offering breathtaking views.
Το μονοπάτι θα κατευθυνθεί προς την κορυφή, προσφέροντας εντυπωσιακές θέας.



























