court martial
court
ˈkɔ:t
kawt
mar
mɑ:
maa
tial
ʃəl
shēl

Ορισμός και σημασία του "court martial"στα αγγλικά

01

στρατοδικείο, στρατιωτικό δικαστήριο

a legal procedure for military personnel who break military laws; leading to charges against them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
courts martial
Παραδείγματα
The soldier faced a court martial for disobeying orders. 

Ο στρατιώτης αντιμετώπισε στρατοδικείο για ανυπακοή στις εντολές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store