Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go on with
[phrase form: go]
01
συνεχίζω, προχωρώ
to continue an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on with
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go on with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes on with
ενεστώτα μετοχή
going on with
απλός αόριστος
went on with
παθητική μετοχή
gone on with
Παραδείγματα
She asked them to go on with their conversation while she answered the phone.
Τους ζήτησε να συνεχίσουν τη συζήτησή τους ενώ απαντούσε στο τηλέφωνο.



























