Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go at
01
επιτίθεμαι, εφορμώ
to physically or verbally attack someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go at
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes at
ενεστώτα μετοχή
going at
απλός αόριστος
went at
παθητική μετοχή
gone at
Παραδείγματα
The enraged boxer went at his opponent with a series of powerful punches.
Ο εξαγριωμένος πυγμάχος επιτέθηκε στον αντίπαλό του με μια σειρά από ισχυρές γροθιές.
02
αφοσιώνομαι σε, δουλεύω σκληρά για
to work hard and put in a lot of effort to do something
Παραδείγματα
She decided to go at her studies, spending hours in the library to prepare for the exam.
Αποφάσισε να αφοσιωθεί στις σπουδές της, περνώντας ώρες στη βιβλιοθήκη για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις.



























