to go at
Pronunciation
/ɡˈoʊ æt/

Ορισμός και σημασία του "go at"στα αγγλικά

to go at
01

επιτίθεμαι, εφορμώ

to physically or verbally attack someone
to go at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go at
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes at
ενεστώτα μετοχή
going at
απλός αόριστος
went at
παθητική μετοχή
gone at
Παραδείγματα
When provoked, he had a tendency to go at people, so it was best to avoid confrontation.
Όταν προκαλούνταν, είχε την τάση να επιτίθεται στους ανθρώπους, οπότε ήταν καλύτερο να αποφεύγεται η αντιπαράθεση.
02

αφοσιώνομαι σε, δουλεύω σκληρά για

to work hard and put in a lot of effort to do something
Παραδείγματα
The team was determined to go at the project and meet the tight deadline.
Η ομάδα ήταν αποφασισμένη να αφοσιωθεί στο έργο και να τηρήσει την αυστηρή προθεσμία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store