Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give up on
01
παρατάω, σταματώ να πιστεύω σε
to stop believing that something is possible or achievable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives up on
ενεστώτα μετοχή
giving up on
απλός αόριστος
gave up on
παθητική μετοχή
given up on
Παραδείγματα
After facing numerous rejections, she decided to give up on her dream of switching careers and accepted her current job.
Αφού αντιμετώπισε πολλές απορρίψεις, αποφάσισε να παρατήσει το όνειρό της για αλλαγή καριέρας και δέχτηκε τη σημερινή της δουλειά.
02
εγκαταλείπω, χάνω την πίστη μου σε
to no longer believe in someone showing any positive development in their behavior, relationship, etc.
Παραδείγματα
Feeling repeatedly let down, he chose to give up on his friend, doubting any hope of mutual understanding.
Νιώθοντας επανειλημμένα απογοητευμένος, επέλεξε να εγκαταλείψει τον φίλο του, αμφιβάλλοντας για κάθε ελπίδα αμοιβαίας κατανόησης.



























