Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give up on
01
παρατάω, σταματώ να πιστεύω σε
to stop believing that something is possible or achievable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives up on
ενεστώτα μετοχή
giving up on
απλός αόριστος
gave up on
παθητική μετοχή
given up on
Παραδείγματα
After numerous failed attempts, he decided to give up on his dream of becoming a professional musician.
Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, αποφάσισε να παρατήσει το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας μουσικός.
02
εγκαταλείπω, χάνω την πίστη μου σε
to no longer believe in someone showing any positive development in their behavior, relationship, etc.
Παραδείγματα
She felt like her friends had given up on her during her difficult times.
Ένιωσε ότι οι φίλοι της την εγκατέλειψαν κατά τη διάρκεια των δύσκολων στιγμών της.



























