Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give of
01
δίνω από
to selflessly contribute one's time, energy, etc. to a task or cause, typically for the benefit of others or a greater purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give of
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives of
ενεστώτα μετοχή
giving of
απλός αόριστος
gave of
παθητική μετοχή
given of
Παραδείγματα
She's always willing to give of her time to volunteer at the local shelter.
Είναι πάντα πρόθυμη να δώσει από τον χρόνο της για εθελοντική εργασία στο τοπικό καταφύγιο.



























