Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give of
[phrase form: give]
01
δίνω από
to selflessly contribute one's time, energy, etc. to a task or cause, typically for the benefit of others or a greater purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give of
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives of
ενεστώτα μετοχή
giving of
απλός αόριστος
gave of
παθητική μετοχή
given of
Παραδείγματα
The teacher is admired for giving of her energy to create an engaging and inspiring learning environment.
Ο δάσκαλος θαυμάζεται για το ότι δίνει από την ενέργειά του για να δημιουργήσει ένα ελκυστικό και εμπνευσμένο περιβάλλον μάθησης.



























