Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get down on
[phrase form: get]
01
κριτικάρω, κατακρίνω
to express disapproval, criticism, or negative judgment about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets down on
ενεστώτα μετοχή
getting down on
απλός αόριστος
got down on
παθητική μετοχή
gotten down on
Παραδείγματα
Do n't get down on yourself for one small setback; it happens to everyone.
Μην απαξιώνεις τον εαυτό σου για μια μικρή αναποδιά; συμβαίνει σε όλους.



























