Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get away from
01
απομακρύνομαι από, παρεκκλίνω από
to start talking about something that is different from the topic of the discussion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away from
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets away from
ενεστώτα μετοχή
getting away from
απλός αόριστος
got away from
παθητική μετοχή
gotten away from
Παραδείγματα
During the meeting, he tried to get away from the budget issues and discuss potential marketing strategies.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, προσπάθησε να απομακρυνθεί από τα ζητήματα του προϋπολογισμού και να συζητήσει πιθανές στρατηγικές μάρκετινγκ.



























