to get away from
Pronunciation
/ɡɛt ɐwˈeɪ fɹʌm/

Ορισμός και σημασία του "get away from"στα αγγλικά

to get away from
01

απομακρύνομαι από, παρεκκλίνω από

to start talking about something that is different from the topic of the discussion
to get away from definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away from
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets away from
ενεστώτα μετοχή
getting away from
απλός αόριστος
got away from
παθητική μετοχή
gotten away from
Παραδείγματα
In a debate, it 's important to stick to the topic and not get away from the core arguments.
Σε μια συζήτηση, είναι σημαντικό να μένουμε στο θέμα και να μην απομακρυνόμαστε από τα κύρια επιχειρήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store