Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come through with
[phrase form: come]
01
εκπληρώσω την υπόσχεση, παρέχω όπως αναμενόταν
to deliver or provide something as promised or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through with
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come through with
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes through with
ενεστώτα μετοχή
coming through with
απλός αόριστος
came through with
παθητική μετοχή
come through with
Παραδείγματα
I was in a bind and needed a place to stay, and my cousin came through with a spare room for the night.
Ήμουν σε δύσκολη θέση και χρειαζόμουν ένα μέρος να μείνω, και ο ξάδερφός μου εκπλήρωσε την υπόσχεσή του με ένα επιπλέον δωμάτιο για τη νύχτα.



























