Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come through with
01
εκπληρώσω την υπόσχεση, παρέχω όπως αναμενόταν
to deliver or provide something as promised or expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through with
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come through with
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes through with
ενεστώτα μετοχή
coming through with
απλός αόριστος
came through with
παθητική μετοχή
come through with
Παραδείγματα
She promised to bring dessert to the party, and she came through with a delicious homemade cake.
Υποσχέθηκε να φέρει επιδόρπιο στο πάρτι, και εκπλήρωσε την υπόσχεση με ένα νόστιμο σπιτικό κέικ.



























