Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come out in
01
καλύπτομαι από
(of a person's skin) to become covered in spots or a similar condition because of a sickness or allergy
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out in
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come out in
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes out in
ενεστώτα μετοχή
coming out in
απλός αόριστος
came out in
παθητική μετοχή
come out in
Παραδείγματα
After eating shellfish, she came out in hives all over her body due to an allergic reaction.
Αφού έφαγε οστρακοειδή, της βγήκαν εξανθήματα σε όλο το σώμα λόγω αλλεργικής αντίδρασης.



























