Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come down on
01
καταπιέζω, κριτικάρω
to criticize or punish someone harshly
Transitive: to come down on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes down on
ενεστώτα μετοχή
coming down on
απλός αόριστος
came down on
παθητική μετοχή
come down on
Παραδείγματα
The teacher came down on the students for not completing their assignments on time.
Ο δάσκαλος έπεσε με μπάλα στους μαθητές επειδή δεν ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους εγκαίρως.



























