Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come down on
[phrase form: come]
01
καταπιέζω, κριτικάρω
to criticize or punish someone harshly
Transitive: to come down on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes down on
ενεστώτα μετοχή
coming down on
απλός αόριστος
came down on
παθητική μετοχή
come down on
Παραδείγματα
The supervisor came down on the worker for violating safety protocols.
Ο επόπτης επέπεσε βαρύτατα στον εργαζόμενο για την παραβίαση των πρωτοκόλλων ασφαλείας.



























