Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to back into
[phrase form: back]
01
προχωρώ λόγω της ήττας της άλλης ομάδας, μπαίνω στον τελικό τυχαία
(in sports) to advance in a competition by relying on another team's loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back into
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs into
ενεστώτα μετοχή
backing into
απλός αόριστος
backed into
παθητική μετοχή
backed into
Παραδείγματα
Despite a shaky season, they backed into the postseason due to a series of fortunate circumstances.
Παρά μια διστακτική σεζόν, επέστρεψαν στα πλέι οφ λόγω μιας σειράς τυχερών περιστάσεων.



























