to back into
Pronunciation
/bˈæk ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "back into"στα αγγλικά

to back into
01

προχωρώ λόγω της ήττας της άλλης ομάδας, μπαίνω στον τελικό τυχαία

(in sports) to advance in a competition by relying on another team's loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
back
ενεστώτας
back into
γ΄ ενικό πρόσωπο
backs into
ενεστώτα μετοχή
backing into
απλός αόριστος
backed into
παθητική μετοχή
backed into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store