Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to zone out
01
αποσυνδέομαι, βρίσκομαι στα σύννεφα
to become mentally absent, distracted, or unresponsive
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
zone
ενεστώτας
zone out
γ΄ ενικό πρόσωπο
zones out
ενεστώτα μετοχή
zoning out
απλός αόριστος
zoned out
παθητική μετοχή
zoned out
Παραδείγματα
Sorry, I was zoning out during your story.
Συγγνώμη, αφαιρέθηκα κατά τη διάρκεια της ιστορίας σου.



























