Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to zone out
[phrase form: zone]
01
αποσυνδέομαι, βρίσκομαι στα σύννεφα
to become mentally absent, distracted, or unresponsive
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
zone
ενεστώτας
zone out
γ΄ ενικό πρόσωπο
zones out
ενεστώτα μετοχή
zoning out
απλός αόριστος
zoned out
παθητική μετοχή
zoned out
Παραδείγματα
They zoned out halfway through the movie because it was so slow.
Χάθηκαν στη μέση της ταινίας γιατί ήταν πολύ αργή.



























