to wire up
wire
waɪə
vaie
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "wire up"στα αγγλικά

to wire up
01

καλωδιώνω, συνδέω

to connect something to electrical equipment using wires 
to wire up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
wire
ενεστώτας
wire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wires up
ενεστώτα μετοχή
wiring up
απλός αόριστος
wired up
παθητική μετοχή
wired up
Παραδείγματα
The solar panels are wired up to the battery storage unit to harness and store energy. 

Τα ηλιακά πάνελ είναι συνδεδεμένα με τη μονάδα αποθήκευσης μπαταριών για τη συλλογή και αποθήκευση ενέργειας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store