Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wire up
01
καλωδιώνω, συνδέω
to connect something to electrical equipment using wires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
wire
ενεστώτας
wire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wires up
ενεστώτα μετοχή
wiring up
απλός αόριστος
wired up
παθητική μετοχή
wired up
Παραδείγματα
The solar panels are wired up to the battery storage unit to harness and store energy.
Τα ηλιακά πάνελ είναι συνδεδεμένα με τη μονάδα αποθήκευσης μπαταριών για τη συλλογή και αποθήκευση ενέργειας.



























