Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wire up
01
καλωδιώνω, συνδέω
to connect something to electrical equipment using wires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
wire
ενεστώτας
wire up
γ΄ ενικό πρόσωπο
wires up
ενεστώτα μετοχή
wiring up
απλός αόριστος
wired up
παθητική μετοχή
wired up
Παραδείγματα
The technician was hired to wire up the security system in the office.
Ο τεχνικός προσλήφθηκε για να συνδέσει το σύστημα ασφαλείας στο γραφείο.



























