to walk in on
walk
wɔ:k
vawk
in
ɪn
in
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "walk in on"στα αγγλικά

to walk in on
01

μπαίνω κατά λάθος, πιαίνω στον ύπνο

to enter a place and accidentally discover someone in a private moment or activity 
to walk in on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
walk
ενεστώτας
walk in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
walks in on
ενεστώτα μετοχή
walking in on
απλός αόριστος
walked in on
παθητική μετοχή
walked in on
Παραδείγματα
We accidentally walked in on the confidential meeting; the door was left open. 

Είχαμε κατά λάθος μπει στη συνεδρίαση εμπιστευτικότητας· η πόρτα είχε μείνει ανοιχτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store