Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to toughen up
01
σκληραίνομαι, δυναμώνω
to become stronger and better at handling difficulties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
toughen
ενεστώτας
toughen up
γ΄ ενικό πρόσωπο
toughens up
ενεστώτα μετοχή
toughening up
απλός αόριστος
toughened up
παθητική μετοχή
toughened up
Παραδείγματα
The coach toughened up the team through rigorous training sessions.
Ο προπονητής ενίσχυσε την ομάδα μέσα από απαιτητικές προπονητικές συνεδρίες.



























